Ο Διανοούμενος

διανοούμενος
Ο άνθρωπος που οικτίρει τον όχλο. Που λοιδορεί το ημιαγράμματο κοινό. Που λοιδορεί τον εργάτη που ο ίδιος καλεί στο σπίτι του. Που ασεβής στέκεται μπροστά στα ανθρώπινα πάθη.
Ο άνθρωπος που σιωπά μπροστά σε βασανιστήρια κρατουμένων, μπροστά σε κοντέινερ που εξαφανίζουν σώματα δίχως φωνή δική τους. Που παραβλέπει την τρομοκράτηση της παιδείας. Που σιωπά μπροστά στη διαφθορά. Που σιωπά μπροστά στον εκφασισμό. Ο άνθρωπος που όταν αποφασίσει να μιλήσει, είναι προς υπεράσπιση μιας συνείδησης εθελοντών που θα λαμβάνουν μπόνους για τον ακριβό έλεγχο που θα εκτελούν σε πολίτες φτώχειας. Ο άνθρωπος που περιφρονεί εκείνους που μιλάνε. Που δεν γνωρίζει ποιά ντροπή να εξασκήσει.
Ο άνθρωπος που εκτός από το πνεύμα, οξύνει και αντανακλαστικά ώστε ευθύς να βρίσκεται στο πλευρό της κάθε εξουσίας. Ώστε να πίνει, να δειπνεί, να συγχρωτίζεται μαζί της.
Ο άνθρωπος που δεν νοιάζεται για τον άνθρωπο, αλλά για τον άνθρωπο του.
Αυτός δεν είναι διανοούμενος. Είναι ο γελωτοποιός του βασιλιά.

 

Προσωπογραφία με Καλοκαίρι υπό σκιάν

Καλοκαίρι

Στην αρχή της ημέρας όταν τα χρώματα είναι ακόμα νωπά. Το τοπίο αφόρητο ανεβαίνει προς το Σκοπευτήριο. Άδειες θέσεις λεωφορείων και ξεθωριασμένες τέντες από πράσινο τυλίγουν τους ζωγραφισμένους τοίχους. Είναι ζωγραφιές παιδιών. Προς το βουνό τα σπίτια σκαρφαλώνουν λευκές περιμετρικές κερκίδες. Παρουσιάζονται πρώτοι από τις μαρμάρινες εισόδους. Φοράν λεπτά καπέλα και κουβαλούν τις εργασίες τους στα χέρια. Περιφέρονται και με απότομες κινήσεις διώχνουν τον διπλανό τους μόλις πλησιάζουν. Έχουν τον φόβο. Στις αυλές τους φυτρώνει μια παλιά τάξη πραγμάτων. Αυτή η παλιά συναίνεση τους επισκέπτεται, τους μιλά, τους χαϊδεύει. Σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπο τους, κλείνει τα παράθυρα και τραβάει τις κουρτίνες. Στα μπαλκόνια τους κρέμονται σημαίες. Ένα ζεστό κύμα λικνίζει τα κρεμασμένα μέλη τους σαν πεθαμένες. Απέναντι τελειώνει η θάλασσα.
 
Στη γειτονιά μου μένει το μικρό Καλοκαίρι. Σ’ ένα παλιό διαμέρισμα με ξύλινα πατώματα και λευκά δωμάτια. Ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες όπως το παιδί. Τα μεσημέρια χτυπά τις πόρτες. Το πρόσωπο του είναι αδερφικό, με την ομορφιά της σιγουριάς και οικειότητας. Του δείχνω φωτογραφίες που έχουν κιτρινίσει. Με νοσταλγία σαν να κοιτάζει τον εαυτό του τις κρατά στο φως. Τα δάχτυλα του είναι κόκκινα. Το πρόσωπο του έχει κάτι απ’ όλες τις παλιές φωτογραφίες που κρατούν στα σπίτια. Κάθεται στο πεζούλι της πολυκατοικίας δίπλα από την νερατζιά και αφουγκράζεται τους ήχους που κάνουν οι άνθρωποι καθώς και εκείνοι. Στο καφενείο βάζουν μουσική για να ακούν την ώρα που μιλάνε. Αλλά οι θαμώνες κοιτούν καχύποπτα τους σερβιτόρους και τον κόσμο που περνά από μπροστά τους. Κυκλοφορούν άλλοι με δηλητήριο στις τσέπες, και την υπόσχεση πως θα το ρίξουν ανά πάσα στιγμή. Βάζουν παλτά για να καλύπτουν τις φουσκωμένες από τα φιαλίδια τσέπες. Περπατούν με τη φριχτή ικανοποίηση που εμπεριέχει την ιδέα του φόνου που κρατάνε. Κανείς δεν αντιδρά και οι πελάτες αδειάζουν γρήγορα στο στόμα το ποτήρι τους.
 
Οδηγώ προς την παραλία. Από τα φρύγανα αναδύονται εξαίσια αρώματα και πυκνώνουν τον αέρα. Φαγωμένοι κρεμνοί δένουν με τις ακριβές λευκές πέτρες. Το λατομείο φτάνει μέχρι το νερό. Δίπλα στην ακτή είναι ξαπλωμένα σώματα που τ’ άφησαν στον ήλιο. Μπλεγμένα τα μέλη τους ερωτοτροπούν και έπειτα ησυχάζουν με λεπτούς ήχους σαν από κύματα. Μια σειρά από πεύκα μας χωρίζει. Το Καλοκαίρι κάθεται στη σκιά των πεύκων. Στο δεξί του χέρι κρατά ένα φίδι και στο αριστερό μια γάτα. Δεν μπορεί να αφήσει μόνο το ένα ζώο γιατί θα κατακλύσει τον τόπο, αλλά αν αφήσει και τα δύο θα αλληλοσκοτωθούνε. Και όπως ο ουρανός κοκκινίζει από το αίμα και καίγεται, τα αυτοκίνητα διασχίζουν την πορφύρα και αμίλητοι κοιτάμε προς τον δρόμο.
 
Γέμισε με κόσμο. Μια πομπή που ακολουθεί τον εαυτό της σε έξαψη μέσα από ανθισμένες πετούνιες και φωτεινές επιγραφές διασχίζει σαν θίασος. Το μικρό Καλοκαίρι περπατά ανάμεσα τους. Με πλαστικά πέδιλα περπατά ανάμεσα στους δρόμους των ανθρώπων. Στέκεται πίσω από ουρές στα εκδοτήρια και με πραγματική στοργή πιάνεται απ’ τα χέρια επιβατών στα τρένα και σμίγει με το πλήθος που μεγαλώνει καθώς απομακρύνονται. Μέχρι να ενωθεί με την όψη της ανθρωπότητας. Και όλοι να μοιάζουν με Καλοκαίρια.
 

Γραμμένο για το μπαχάρ* 5

 

Αρέσει σε %d bloggers: