Απόκριες

αποκριατικο παρτυ

Το τσόχινο γιλέκο μυρίζει περίεργα και νοιώθω μια ζαλάδα την στιγμή που φοράω την μαύρη πλαστική ζώνη με τα ψεύτικα πιστόλια.  Δεν ξέρω αν θέλω να πάω στο πάρτι ντυμένος καουμπόι. Τα χείλη μου είναι σκασμένα από το κρύο. Πριν βγούμε από το σπίτι, η μάνα μου τους απλώνει λίγο βούτυρο από το ψυγείο που τα κάνει ακόμα πιο κόκκινα και ερεθισμένα. Τώρα σίγουρα δεν θέλω να πάω, θα νομίζουν πως φοράω κραγιόν.

 

Το πάρτι είναι της Χρύσας και είμαι ερωτευμένος μαζί της. Δεν είναι όμορφη αλλά έχει καλούς βαθμούς. Προς το παρόν ο έρωτας μου δεν έχει ανταπόκριση. Στοιβαγμένα στο τραπέζι του σαλονιού είναι τα πλαστικά ποτήρια, τα αναψυκτικά, τα καναπεδάκια και οι σερπαντίνες. Μ’ αρέσουν αυτά τα πολύτιμα μπιχλιμπίδια της στιγμής. Είναι μαζεμένα παιδιά που δεν τα ξέρω, μικρότερα από εμάς του δημοτικού. Έχω πάει πολύ νωρίς. Οι δημοφιλείς συμμαθητές του Ε3 δεν έχουν έρθει ακόμα. Δεν μου λείπει η παρέα τους, αλλά η αποδοχή τους με αφορά, με τραβά σαν πεταλούδα στο φως.

 

Η Χρύσα είναι ντυμένη ανατολίτισσα. Κάνει κάποιο σχόλιο για το πουκάμισο μου και το υπόλοιπο της βραδιάς δεν ασχολείται μαζί μου, αν και μου παραχωρεί έναν μπλουζ χορό όταν της το ζητάω. Δύο στιγμές μου έχουν μείνει πιο πολύ από αυτό το κορίτσι: Την φορά που εκστασιασμένος με την τιμή που μου έκανε ο δάσκαλος να προλογίσω στο μικρόφωνο τα σκετς και τους συμμετέχοντες στη γιορτή του Πολυτεχνείου, την πήρα τηλέφωνο για να την εντυπωσιάσω με την (πλέον) κατοχυρωμένη αξία μου, όπου με αδιαφορία ήρθε η απάντηση ότι πρώτα σε εκείνη έγινε η πρόταση, την οποία όμως δεν δέχτηκε γιατί δεν θα ‘ρχοταν στην γιορτή. Και η άλλη, όπου κοινός μας φίλος με ενημέρωσε ότι η Χρύσα είπε στην παρέα τους για το ερωτικό γράμμα που της είχα γράψει, και πως θα το έφερνε μαζί της την επόμενη φορά που θα μαζεύονταν στο φαστφουντάδικο, να το διαβάσει για να γελάσουν.
Της ζήτησα να μου το επιστρέψει, και όταν το πήρα πίσω το ‘καψα. Ο έρωτας μου κόπηκε μαχαίρι.

 

Η μουσική παίζει ακόμα, η Χρύσα χορεύει με κάποιον άλλο. Κάθομαι σε μια πολυθρόνα δίπλα από ένα κιτς πορτατίφ. Με αγνοούν και τους ξεχνάω. Όλα γύρω μου χάνουν προσωρινώς την σημασία τους. Την προσοχή μου τώρα τραβάει το φως που βγαίνει από την λάμπα πίσω από το καπέλο του φωτιστικού. Σαν πεταλούδα χάνομαι στη λάμψη του. Βγάζω από το λαιμό μου το πολυέστερ κόκκινο μαντήλι που ήρθε με τη στολή του καουμπόι, και το βάζω πάνω από τον γλόμπο. Το φως τώρα γίνεται κόκκινο. Έτσι νοιώθω. Κοιτάζω ξανά τα παιδιά που χορεύουν ενώ μεταξύ μας υπάρχει ένα κενό που δεν έχει ακόμα όνομα. Καθώς γυρίζω το βλέμμα πίσω στο πορτατίφ, με τρόμο συνειδητοποιώ πως ο γλόμπος έχει λιώσει το ψεύτικο μαντήλι, και το πλαστικό πλέον βγάζει μικρούς καπνούς πάνω στο πυρωμένο γυαλί. Νοιώθω ξαφνικά άρρωστος. Τρέχω στο μπάνιο και κάνω εμετό. Όταν επιστρέφω στο σαλόνι βρίσκω τη μητέρα της Χρύσας να μαζεύει τα αποκαΐδια γύρω από τη λάμπα. Της ζητάω απανωτά είκοσι φορές συγνώμη, ενώ προσπαθώ να συγκρατήσω την ντροπή μου και για τη ζημιά και για τον εμετό.

 

Έρχεται να με πάρει η μητέρα μου. Νοιώθω ευγνώμων που φεύγω νωρίτερα από το πάρτι. Δεν επιστρέφουμε σπίτι καθώς έχουν κανονίσει με παρέα να δούν τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» και με παίρνουν μαζί τους. Καθισμένος στη σκοτεινή αίθουσα και ντυμένος με στολή καουμπόι, παρακολουθώ τους ινδιάνους που είχαν την ατυχία να βρεθούν ανάμεσα στον πόλεμο αποικιοκρατών. Κλείνω τα μάτια μου και αποκοιμιέμαι.

 
 

Ρινόκερος

Ρομά ζητιάνοι ναρκώνουν με βότκα και ηρωίνη τα παιδιά, για να είναι ήρεμα στην αγκαλιά τους ενώ ζητιανεύουν

ρινόκερος

(δεν βλέπετε το κέρατο του ρινόκερου;)

Αρέσει σε %d bloggers: